Στη ζυγαριά τα υπέρ και τα κατά ενός ενδεχόμενου διαζυγίου με το ΔΝΤ

Ευκλείδης Τσακαλώτος

Τέλος χρόνου για το ΔΝΤ, το οποίο, αρχές Ιουνίου, το αργότερο θα πρέπει να δώσει μία ξεκάθαρη απάντηση στην Αθήνα για το αν θα «επιβιβαστεί» στο ελληνικό πρόγραμμα ή θα παραμείνει ως «τεχνικός σύμβουλος» που είναι και το πιο επικρατέστερο σενάριο.

Η αδιάλλακτη στάση της Γερμανίας σε μία σειρά ζητημάτων που σχετίζονται με το ελληνικό χρέος και συγκεκριμένα με τον τρόπο λειτουργίας του «μηχανισμού» ελάφρυνσης, έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο τις συζητήσεις που εναπόκεινται πλέον σε πολιτική λύση.

Αποτέλεσμα τούτων είναι το Ταμείο, που πιέζει για ένα αυτόματο μηχανισμό διευθέτησης του χρέους σε αντίθεση με το Βερολίνο που υποστηρίζει την ημιαυτόματη διαδικασία, δηλαδή οι αποφάσεις να περνάνε από τη γερμανική βουλή, να βρίσκεται με το ένα πόδι εκτός ελληνικού προγράμματος.

«Παρά ταύτα οφείλει να το ξεκαθαρίσει, αν όχι στο Eurogroup της 24ης Μαΐου που θα συζητηθεί το ελληνικό χρέος, τουλάχιστον τις πρώτες ημέρες του Ιουνίου», επεσήμανε, χθες, αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών.

Πάντως, η κατάσταση είναι τελείως ρευστή και το «σκηνικό» των αποφάσεων αλλάζει από εβδομάδα σε εβδομάδα. Ο ίδιος παράγοντας έκανε λόγο για απώλεια αξιοπιστίας του Ταμείου, ενώ άφησε να εννοηθεί ότι οι πιθανότητες συμμετοχής του στο ελληνικό πρόγραμμα είναι πολύ μικρές.

Τώρα αν η εξέλιξη αυτή είναι τελικά προς το συμφέρον της κυβέρνησης; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα πρέπει να μπει στη «ζυγαριά» διότι έχει πολλά «υπέρ» και «κατά».

Ενδεχόμενη «αποχώρηση» του ΔΝΤ θα έδινε τη δυνατότητα στην κυβέρνηση μετά από συνεννόηση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς να στείλει στις καλένδες τα εξής δύο «σκληρά» μέτρα: την περικοπή των συντάξεων από την 1η Ιανουαρίου του 2019 και του αφορολόγητου από την 1η Ιανουαρίου 2020 που προ- νομοθετήθηκαν μετά από απαίτηση του Ταμείου.

Τα οφέλη από το πάγωμα των περικοπών σε συνταξιούχους και φορολογούμενους θα κεφαλαιοποιούσε σε πολιτικό πεδίο η κυβέρνηση.

Στον κατάλογο με τα «αρνητικά» είναι το λάθος «σήμα» για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους που θα ελάμβαναν οι αγορές και οι επενδυτές που ήθελαν να αγοράσουν ελληνικά ομόλογα.

Χωρίς τα μέτρα ελάφρυνσης η έκθεση βιωσιμότητας (DSΑ) δεν διασφαλίζει την αναφορά από το Ταμείο ότι το «ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο».

Σε αυτή την περίπτωση δεν θα μπορεί να δανείσει εκ νέου την Ελλάδα, ενώ με τον ρόλο του τεχνικού συμβούλου μπορεί να «αλωνίζει» στις μεταμνημονιακές αξιολογήσεις αξιώνοντας περισσότερη λιτότητα.

Επίσης, η Αθήνα θα χάσει μια δεύτερη «φωνή» που θα πιέζει:

● Για εφαρμογή των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης, τη στιγμή που ο γερμανικός «άξονας» δείχνει να μη βιάζεται κλείνοντας έτσι και το «παράθυρο» της ποσοτικής χαλάρωσης στην Αθήνα.

● Για μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα έως 1,5% του ΑΕΠ από 3,5% του ΑΕΠ που είναι τώρα ο «πήχης» ώς το 2022.

Πηγή : efsyn.gr

Αφήστε μια απάντηση